search
now reading: Νεκρός σκύλος τα μεσάνυχτα | Kostas Katsoularis
search

Kostas Katsoularis | Greek

Νεκρός σκύλος τα μεσάνυχτα

ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΑΠΟ ΕΚΕΙΝΕΣ τις νύχτες που η Αθήνα μας έβραζε στο ζουμί της, μείγμα από καυσαέρια, καμένα πλαστικά, δακρυγόνα, απελπισία. Πασχίζαμε να σφαλίσουμε τα ανοίγματα, ο αέρας γλιστρούσε μέσα από τα κλιματιστικά και μας έκαιγε τα ρουθούνια. Ήμασταν βουρκωμένοι και τρομαγμένοι, το χειρότερο όμως ήταν που δεν ξέραμε τι να κάνουμε με το μωρό. Τρεις μέρες το είχαμε στους γονείς της Ιωάννας, στην Καλλιθέα, όμως κι εκεί δεν άργησε να φτάσει ο κόμπος στο χτένι. Κυριακή μεσημέρι επιστρέψαμε στη βάση μας στο Μετς, με την ελπίδα ότι η κατάσταση στο κέντρο θα ηρεμούσε. Λίγες ώρες αργότερα, παρακολουθούσαμε –μια στην τηλεόραση, μια από το παράθυρο– τις φλόγες να καταπίνουν το Αττικόν και το Απόλλων, τα σινεμά όπου είχαμε περάσει τους τελευταίους μήνες της εγκυμοσύνης και κάμποσα απογεύματα απ’ όταν γεννήθηκε η μικρή. Παρ’ όλες τις αντιξοότητες, αρνιόμασταν να αποδεχτούμε ότι θα χάναμε την πόλη μας μέσα από τα χέρια μας. Κι ούτε σκοπεύαμε να σκορπίσουμε σαν τρομαγμένα σπουργίτια στα προάστια. Βάζαμε άνετα ρούχα και αθλητικά, μάσκες χειρουργείου και μαλόξ στην τσάντα και κατηφορίζαμε προς το Σύνταγμα. Καθυστερούσαμε στην Πλατεία, στις συζητήσεις ή στα πηγαδάκια, παραδινόμασταν στην έξαψη. Κι όταν έφτανε η ώρα, ή αν άρχιζε να μυρίζει μπαρούτι, χωνόμασταν στην Καραγιώργη Σερβίας, παίρναμε την Βουλής προς την Κολοκοτρώνη, κι από εκεί βγαίναμε στη Χρήστου Λαδά απ’ όπου ξεμυτούσαμε για λίγα μέτρα στη Σταδίου, ίσα για να κουνήσουμε από μακριά τις ατέλειές μας στον ταμία και να τρυπώσουμε στις αίθουσες. Συχνά, θόρυβοι από εκρήξεις και σπασίματα ή ιαχές νόθευαν την ηχητική μπάντα∙ οι λιγοστοί θεατές ανταλλάσσαμε ανήσυχες ματιές, ζυγίζοντας τα μηνύματα που έφταναν από τον έξω κόσμο. Και μόνο τούτη τη βραδιά, βλέποντας την πόλη τυλιγμένη στις φλόγες, καταλαβαίναμε πόσο είχαμε υποτιμήσει την πραγματικότητα που εισέβαλε στις οθόνες διαλύοντας την ψευδαίσθηση ότι, παρ’ όλα αυτά, η ζωή μας θα μπορούσε να συνεχίζεται κανονικά.

Η Ιωάννα είχε αποσυρθεί αγκαλιά με τη μικρή, κι εγώ πάσχιζα να κατανικήσω τη νύστα και να ολοκληρώσω ένα κείμενο για το The Grey, την ταινία που είχα δει την προηγούμενη μέρα. Η εφημερίδα όπου μέχρι πρότινος δούλευα είχε κλείσει, ξεκίνησα όμως μια συνεργασία με ένα σάιτ, αμισθί, απλώς για να κρατιέμαι στο παιχνίδι. Εξακολουθούσα να απολαμβάνω το προνόμιο των προσκλήσεων σε δημοσιογραφικές προβολές και αβάν πρεμιέρ, να διατηρώ την ατέλεια που μου χάριζε η κάρτα μέλους στην Ένωση. Στην πραγματικότητα, όμως, τίποτα πια δεν ήταν ίδιο: Ήμουν ουσιαστικά άνεργος, προσεχώς ανασφάλιστος και τα έσοδά μου περιορίζονταν στα 45 ευρώ την εβδομάδα που εισέπραττα ως αμοιβή για το τρίωρο που δίδασκα ιστορία του κινηματογράφου σε μια σχολή γραφιστικής. Η Ιωάννα είχε κι αυτή μια παρόμοια ιστορία να διηγηθεί (περιοδικό ποικίλης ύλης που έκλεισε λόγω πτώχευσης του Ομίλου, ξανάνοιξε υπό νέα διεύθυνση αλλά με τους μισούς συνεργάτες), με μια διαφορά: είχε μόλις ανανεώσει ένα διετές συμβόλαιο ως μεταφράστρια στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Είχα κολλήσει. Ο Λίαμ Νίσον και οι σύντροφοί του έφταναν στα σωματικά και ψυχικά όριά τους κυνηγημένοι από μια αγέλη λύκων. Η κατάσταση ήταν κάπως σχηματική αλλά από τον σεναριογράφο και τον σκηνοθέτη δεν έλειπε το τσαγανό. Μόνο που, πώς να το πω, η ταινία ήταν εντελώς άσχετη με την πυρακτωμένη ατμόσφαιρα των ημερών. Τι κριτική να έγραφα όταν οι κινηματογραφικές αίθουσες γίνονταν παρανάλωμα; Σκεφτόμουν να στείλω ένα μήνυμα στον αρχισυντάκτη εξηγώντας του ότι σκόπευα να γράψω κάτι για το συμβάν, αντί μιας συμβατικής κριτικής. Όμως, και πάλι, μέσα μου κάτι κλωτσούσε. Αυτό που πραγματικά ήθελα εκείνη τη στιγμή δεν ήταν να γράψω, ήταν να πάρω τους δρόμους∙ να αφήσω την Ιωάννα με το μωρό να κοιμούνται και να πάω να δω τα γεγονότα με τα μάτια μου. Να είμαι εκεί, διάολε. Από την άλλη, αυτό που όφειλα να κάνω ήταν να σηκώσω την Ιωάννα, να βάλουμε το μωρό με όλα του τα συμπράγκαλα στο αυτοκίνητο, κι όσο οι δρόμοι παρέμεναν ανοιχτοί να ρίχναμε τα μούτρα μας και να πηγαίναμε πίσω στους γονείς της στην Καλλιθέα. Δεν καίγεται κάθε βράδυ το Αττικόν, μουρμούρισα μέσα από τα δόντια μου χωρίς να μου είναι σαφές προς ποια δράση συνηγορούσε το εξαιρετικό γεγονός. Εμπλοκή ή φυγή; Σηκώθηκα από τον υπολογιστή και πλησίασα την μπαλκονόπορτα. Ο ουρανός πάνω από την πόλη ήταν μαύρος από τους καπνούς, ενώ σε διάφορα σημεία έκαιγαν ακόμη θηριώδεις φωτιές. Κρότοι και σειρήνες από πυροσβεστικά οχήματα και ασθενοφόρα, ανάμικτα με κραυγές και ήχους από σπασίματα, έφταναν στ’ αφτιά μου μέσα από τα διπλά τζάμια, σαν από πολύ μακριά. Βρισκόμουν στο Καθαρτήριο και η τιμωρία μου ήταν ότι δεν γνώριζα πού ήταν ο παράδεισος και πού η κόλαση.

Ο οξύς ήχος με ξάφνιασε τόσο ώστε πετάχτηκα αλαφιασμένος από τον καναπέ και βάλθηκα να γυρεύω κάποια παλιά τηλεφωνική συσκευή. Γρήγορα όμως θυμήθηκα ότι δεν είχαμε σταθερό τηλέφωνο, οπότε το δεύτερο, αυτή τη φορά πιο μακρόσυρτο κουδούνισμα με βρήκε να γυρίζω πέρα δώθε σαν παραζαλισμένο κοτόπουλο. Τι στο διάολο! Ένα χρόνο σ’ αυτό το διαμέρισμα, πρώτη φορά άκουγα τον φρικτό ήχο που θύμιζε τρυπάνι. Οι λιγοστοί φίλοι που μας επισκέπτονταν είχαν εκπαιδευτεί: δεν βαράμε κουδούνια στην επικράτεια του μωρού. Τα κινητά τι τα έχουμε; Το τρίτο χτύπημα ήταν τόσο επίμονο που με εξόργισε. Χωρίς να το σκεφτώ, άνοιξα την μπαλκονόπορτα, πετάχτηκα έξω κι έσκυψα στη βεράντα που βλέπει στο γκαράζ. Έκανε ψύχρα, αλλά ο πνιγερός αέρας μού έκαψε το λαιμό. Μπροστά στην κεντρική είσοδο, κάποιος είχε παρκάρει φαρδιά πλατιά ένα μεγάλο αυτοκίνητο. Δεν πρόλαβα καλά καλά να διαμαρτυρηθώ, όταν μια αντρική φιγούρα κινήθηκε προς την πλευρά του φωτοκύτταρου κι ο αυτόματος προβολέας του γκαράζ έπεσε πάνω της. Ήταν ο Ισίδωρος. Κοιτούσε προς το μπαλκόνι δείχνοντας τα χέρια του. Βλέποντας ότι συνέχισα να μην αντιδρώ, μου ένευσε να κατέβω. Περίμενε, ψιθύρισα, περίμενε. Στο βάθος, η Αθήνα είχε βυθιστεί στην γκριζάδα της. Από μερικές στέγες έβγαινε ακόμη καπνός, ενώ απόκοσμη ησυχία βασίλευε μέχρι εκεί που έφταναν οι αισθήσεις μου. Στη λεωφόρο κάτω από το σπίτι μας, αυτοκίνητα περνούσαν αραιά και πού.

Πόση ώρα κοιμόμουν στον καναπέ;

Μπαίνοντας μέσα σφράγισα πίσω μου την πόρτα. Το σαλόνι μύριζε αποκαΐδια αλλά ίσως και να είχε κολλήσει η μυρωδιά στα ρουθούνια μου. Η μπέμπα είχε ξυπνήσει, ήταν η ώρα της, το μουρμουρητό της Ιωάννας ακουγόταν απαλό, καθησυχαστικό. Σε λίγα δευτερόλεπτα θα κρεμόταν από το στήθος της − θα έμπαινε στον «φορτιστή», όπως λέγαμε αστειευόμενοι. Τουλάχιστον εκείνη ήξερε τι ήθελε.

Κατέβηκα δυο δυο τις σκάλες, έσπρωξα την εξώπορτα της πολυκατοικίας και στήθηκα απέναντι στον Ισίδωρο. Ένιωθα το σώμα μου να συστρέφεται, να τεντώνεται, να γίνεται ολόκληρο ένα τεράστιο ερωτηματικό. Καμιά από τι συνηθισμένες ερωτήσεις δεν μου έβγαινε φυσιολογικά. Τι ήταν φυσιολογικό απόψε; Αν αφηνόμουν στη διάθεσή μου, το πιθανότερο είναι ότι θα γρύλιζα, θα μούγκριζα, θα ούρλιαζα. Ο Ισίδωρος άπλωσε και πάλι τα χέρια, λες και μου ζητούσε να χορέψουμε.

‒ Τι είναι, τι τρέχει;

Αντί γι’ απάντηση, έκανε ένα ακόμη βήμα προς το μέρος μου. Το φωτοκύτταρο ενεργοποιήθηκε, ο προβολέας του πάρκινγκ τον έλουσε ολόκληρο. Μου έδειξε και πάλι τα χέρια του. Ήταν καταματωμένα.

‒ Πρέπει να με βοηθήσεις, είπε.

Τον πλησίασα. Η καρδιά μου χτυπούσε σαν σφυρί.

Μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο και κατευθύνθηκε προς το πίσω μέρος του αυτοκινήτου του. Τον ακολούθησα με διστακτικά βήματα. Ήταν, πέρα από κάθε αμφιβολία, μια παράξενη νύχτα. Πάτησε το κουμπί του πορτ-μπαγκάζ κι απομάκρυνε το χέρι του κάπως θεατρικά, αφήνοντας την πόρτα να ανυψωθεί αυτόματα. Κάτι μεγάλο υπήρχε, αλλά δεν έβλεπα καθαρά. Ενστικτωδώς, οπισθοχώρησα. Με μια σβέλτη κίνηση, άρπαξε έναν φακό και έριξε τη φωτεινή δέσμη μέσα στο αυτοκίνητο. Πάγωσα. Ένας τεράστιος σκύλος, ένας μολοσσός, κειτόταν εκεί, καλύπτοντας τον χώρο απ’ άκρη σ’ άκρη. Το λεπτό λευκό τρίχωμα γύρω από το λαιμό του ήταν καλυμμένο με σκουρόχρωμο αίμα∙ η μακριά και παχιά γλώσσα του κρεμόταν έξω από το μισάνοιχτο στόμα. Ένιωσα δάκρυα να ανεβαίνουν ορμητικά στα μάτια μου. Πήρα βαθιά εισπνοή, αλλά προτού προλάβω να πω οτιδήποτε, ο Ισίδωρος κατέβασε με δύναμη το πορτ-μπαγκάζ. Με κοίταξε, τα μάτια του γυάλιζαν μες στο σκοτάδι.

− Πάμε, σου τα λέω στον δρόμο.

− Ποιον δρόμο;

− Έτσι θα τον αφήσουμε;

Ανασήκωσα τους ώμους. Είχα την Ιωάννα πάνω, είχαμε το μωρό. Το Αττικόν είχε καεί. Ήμουν έτοιμος να πέσω κάτω από τη νύστα. Κι επιπλέον… Τι στο διάολο ήθελε από μένα;

Όταν άνοιξα τα μάτια, βρισκόμουν σε όνειρο· ή σε ταινία του Ντέιβιντ Λιντς. Κι αν έκρινα από την πρώτη εικόνα που αντίκρισα −φωσφορίζουσες διαχωριστικές γραμμές να λούζονται από το φως προβολέων μες στο απόλυτο σκοτάδι−, μάλλον είχα ξυπνήσει καταμεσής στην εφιαλτική ατμόσφαιρα της «Χαμένης λεωφόρου». Δεξιά κι αριστερά, λείψανα ψηλών δέντρων σχημάτιζαν όγκους που διαπερνούσε το φεγγαρόφωτο, ενώ πιο πέρα υψώνονταν βουνοπλαγιές, σαν τεράστιοι κυματισμοί ζωγραφισμένοι με κάρβουνο. Δίπλα μου, ο Ισίδωρος, οδηγούσε με το βλέμμα καρφωμένο στην ανηφορικό δρόμο, αλλάζοντας ταχύτητες τόσο απαλά που σχεδόν δεν το αισθανόσουν. Πόση ώρα κοιμόμουν; Αν έκρινα από το σημείο όπου βρισκόμασταν, τουλάχιστον ένα μισάωρο. Την προηγούμενη νύχτα είχαμε ξημερώσει στον ξενώνα της Καλλιθέας, ένα τυφλό δωμάτιο όπου ξαπλώναμε και οι τρεις μαζί στον αναδιπλούμενο καναπέ. Η μικρή είχε δαιμονισμένη όρεξη, ξυπνούσε κάθε δίωρο. Κατά τις τέσσερις αναγκαστήκαμε να αποστειρώνουμε μπιμπερό για να της δώσουμε διπλή δόση σε σκόνη μπας και κοιμόμασταν λιγάκι σαν άνθρωποι μέχρι τις επτάμισι που θα σηκώνονταν οι γονείς της Ιωάννας. Ευσεβείς πόθοι…\

− Πάνε κοντά πέντε χρόνια, κι ακόμη δεν έχει συνέλθει.

Η φωνή του Ισίδωρου ακούστηκε ήρεμη και βαθιά. Συνειρμικά, σκέφτηκα το μακάβριο φορτίο στο πορτ-μπαγκάζ. Το στομάχι μου ανακατεύτηκε.

‒ Ποιος; είπα.

‒ Το βουνό.

Αναφερόταν στην Πάρνηθα· στη μεγάλη πυρκαγιά που είχε προ πενταετίας αφανίσει το μισό δάσος. Τα απανθρακωμένα ελάφια στα πρωτοσέλιδα είχαν γίνει το έμβλημα της καταστροφής. Για τον Ισίδωρο, βέβαια, τα φυτά και τα δέντρα δεν βρίσκονταν χαμηλότερα στην κλίμακα της ζωής σε σχέση με τα ζώα, κάτι που εν μέρει μπορούσε να αποδοθεί στη δουλειά του. Στα δεκάξι του κληρονόμησε ένα μικρό ανθοπωλείο στη Νέα Σμύρνη όταν ο πατέρας του έπεσε στον ακάλυπτο, από τον τέταρτο όροφο όπου έμεναν. Η μάνα του κατέρρευσε, κι εκείνος, ως μοναχοπαίδι, αναγκάστηκε να αναλάβει βάρη δυσανάλογα με την ηλικία του. Έτσι, ο Ισίδωρος Κονιδάρης –μυαλό εις τον κύβο, σύμφωνα με τον Σακάλογλου, τον μαθηματικό μας, που τον προπονούσε για την μαθηματική ολυμπιάδα−, δεν έδωσε καν πανελλήνιες. Αντίθετα, βάλθηκε να κυνηγάει χρέη που ο πατέρας του είχε αφήσει δεξιά κι αριστερά, ακόμη και σε τοκογλύφους. Κι όμως, μέσα σε λίγα χρόνια, με δουλειά και σύνεση, οι λογαριασμοί μπήκαν σε μια σειρά, κι επιπλέον, δυο τετράγωνα παραπέρα, ο Ισίδωρος με τη μητέρα του, που στο μεταξύ είχε συνέλθει, είχαν ανοίξει ένα μικρό φυτώριο με σπάνια είδη φυτών και λουλουδιών. Τώρα πλέον ο Ισίδωρος είχε γίνει σεβάσμια μορφή μεταξύ των παθιασμένων με την ανθοκομική και στο μαγαζί του κατέφταναν, για να τον συμβουλευτούν και να διδαχτούν τις τεχνικές του δια ζώσης, άνθρωποι από κάθε γωνιά της Ελλάδας. Μεταξύ άλλων, θα σε καθοδηγούσε για το είδος της μουσικής που προτιμούσαν οι αζαλέες σου, κι αν κέρδιζες τη συμπάθειά του θα σού έγραφε σιντί με τις επιλογές του ειδικά για μπονσάι.

Με τον καιρό, άρχισε να σχετίζεται με ομάδες οικολόγων και ακτιβιστών που ανέπτυσσαν δράσεις για την προστασία και τον εμπλουτισμό των βουνών της Αττικής. Αρκετοί ήταν φυτοφάγοι, ορισμένοι σκληροπυρηνικοί – μου είχε γνωρίσει, μάλιστα, κι ένα ζευγάρι καρπιστές. Οι περισσότεροι ήταν και πελάτες του, οπότε, από ένα σημείο και ύστερα, δουλειά και φιλοσοφικές αναζητήσεις είχαν γίνει ένα. Για όλους τους, και για τον Ισίδωρο κατά κόρον, η πυρκαγιά της Πάρνηθας αποτέλεσε ένα σημείο καμπής – ένα point of no return, όπως λέμε στις κινηματογραφικές ταινίες.

‒ Και πού είπες ότι τον χτύπησες;

‒ Δεν είπα.

Δεν μου είχε περάσει απαρατήρητη η γενικόλογη αναφορά του. Ο Ισίδωρος ήταν ακριβολόγος∙ ενδεχόμενα κενά ή παραλείψεις στις αφηγήσεις του δεν ήταν τυχαία. Ο λόγος του, καθρέφτης της σκέψης του, θύμιζε Lego∙ ένα σύμπαν στέρεων λογικών αλληλουχιών.

Τα γεγονότα, όπως μου τα είχε αφηγηθεί, είχαν ως εξής: Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα είχε αποφασίσει να μπει στο αυτοκίνητό του και να κάνει μια βόλτα προς τη θάλασσα. Κάποια στιγμή, πετάχτηκε μπροστά του αυτό το θηρίο. Δεν πρόλαβε να φρενάρει και το χτύπησε. Το έβαλε στο πορτ-μπαγκάζ και ήρθε, φυσικά, σ’ εμένα.

Δεν περίμενα, εννοείται, διευκρινίσεις. Γνώριζα, όπως κι εκείνος, πως απ’ όλη αυτή την εξιστόρηση το μοναδικό που ήταν βέβαιο ήταν η κατάληξη, ότι δηλαδή θα ερχόταν, φυσικά, σ’ εμένα. Μπροστά σε έναν χτυπημένο σκύλο αποκλείεται να έμενα ασυγκίνητος. Μοναχοπαίδι κι εγώ, είχα από μικρός βρει στη συντροφιά τους τον αδερφό ή την αδερφή που δεν μου δόθηκε. Με τα χρόνια, κι ενώ τα προβλήματα ανάμεσα στους γονείς μου οξύνονταν, ο σκύλος μου άρχισε να γίνεται κάτι περισσότερο από παρέα, ήταν ένα είδος εναλλακτικής οικογένειας. Ο θάνατος του Θαλή, στα δεκαπέντε μου, με συγκλόνισε, αλλά δεν με πτόησε. Ο αντικαταστάτης του, ένα ζωηρό γκόλντεν, δεν άργησε να βρεθεί. Με τον Μηνά ζήσαμε μαζί τρία ευτυχισμένα χρόνια ώσπου μια αιφνίδια ηπατική ανεπάρκεια μου τον στέρησε για πάντα. Αντίθετα, με τον Πολυνίκη (Πόλυ, στα σκυλίσια), ένα ημίαιμο λυκόσκυλο που πήρε τρεις μήνες αργότερα τη θέση του Μηνά, ζήσαμε μαζί δεκάξι ολόκληρα χρόνια, εκ των οποίων τρία και με την Ιωάννα. Τον χάσαμε μόλις πρόπερσι, οπότε και αποφάσισα –αποφασίσαμε, για να είμαι ακριβής− να αποδεχτώ οριστικά το πένθος μου. Η εγκυμοσύνη μας, λίγους μήνες μετά, έδωσε κι ένα συμβολικό τέλος στις σκυλοσχέσεις μου και με έβαλε για τα καλά στην εποχή όπου όφειλα να εμπιστευτώ περισσότερο τα δίποδα.

Ο Ισίδωρος, πάλι, έβρισκε στην σκυλοφιλία μου την έκφραση μιας εξοργιστικά επιλεκτικής ευαισθησίας απέναντι στα μη ανθρώπινα πλάσματα. Δεν είχε άδικο: με τις γάτες ήμουν επιφυλακτικός, ενώ τα ποντίκια, αν περνούσε από το χέρι μου, θα τα εξολόθρευα όλα.

Το αυτοκίνητο ελισσόταν στον φιδωτό δρόμο. Είχαμε διαβεί το πρώτο διάσελο, η πόλη πίσω μας είχε σβηστεί∙ η σκοτεινιά βάθαινε κι απλωνόταν. Έχοντας διασχίσει μια μεγάλη πλαγιά εναπομείναντος πευκοδάσους, εδώ και λίγα λεπτά προχωρούσαμε μέσα στα καμένα. Κάτω από το φεγγαρόφωτο, στους αποψιλωμένους λόφους, οι μαύροι κορμοί θύμιζαν αραιά γένια σε γερασμένο πρόσωπο. Ανά τακτά διαστήματα, στοίβες από κορμούς σχημάτιζαν αντιδιαβρωτικά αναχώματα· ορισμένα είχαν παρασυρθεί από τις νεροποντές κι είχαν σκορπίσει στην πλαγιά.

Ένιωθα ότι βρισκόμουν μπροστά σε έναν γρίφο. Ο μολοσσός στο πορτ-μπαγκάζ ήταν η μοναδική βεβαιότητα. Όλα τα άλλα ήταν έωλα. Ξεκινώντας από τη νυχτερινή βόλτα στη θάλασσα. Ο Ισίδωρος πίστευε ότι τα τρία μεγάλα βουνά της Αττικής σχημάτιζαν ένα ενιαίο και αδιαφοροποίητο ενεργειακό πεδίο, στο κέντρο του οποίου ήταν η Πεντέλη, και το οποίο ξεχυνόταν προς το λεκανοπέδιο και από εκεί προς τη θάλασσα κατά μήκος της ροής των ποταμών και των ρεμάτων. Συνεπώς, αν ήθελες να συγκεντρώσεις τις δυνάμεις σου ή να καθαρίσεις το μυαλό σου, δεν είχες παρά να ανέβεις σε κάποιο από τα βουνά, κατά προτίμηση πλέον στον Υμηττό ή στην Πάρνηθα – η Πεντέλη ήταν εξασθενημένη, το πρώτο πλήγμα στην ενεργειακή ισορροπία της περιοχής. Το να πας στη θάλασσα ήταν σκέτη σπατάλη, μια ανόητη συνήθεια των νεοελλήνων. Φαντάζεσαι τους αρχαίους Αθηναίους να λιμνάζουν ολημερίς στις παραλίες; Δεύτερο: στον δρόμο του πετάχτηκε σκυλί το οποίο πλήγωσε θανάσιμα επειδή, λέει, δεν πρόλαβε να φρενάρει. Χλωμό κι αυτό. Ο Ισίδωρος οδηγούσε το Τογιότα Καρίνα του πατέρα του από παιδί. Ακόμη κι αν σκύλος ή οτιδήποτε πεταγόταν μπροστά του, δεν μπορεί η αντίδρασή του να ήταν τόσο αργή. Τρίτο στοιχείο: δεν υπάρχουν αδέσποτοι μολοσσοί. Ποιος παρατάει στο δρόμο έναν Μεγάλο Δανό, τον Απόλλωνα των σκύλων; Τέλος, ακόμη και η επιλογή της ώρας που υποτίθεται ότι συνέβη το δυστύχημα ‒μεσάνυχτα νταν πρέπει να ήταν, ώστε μισή ώρα μετά να μου χτυπάει τα κουδούνια‒, είχε κάτι υπερβολικά σχηματικό, σκηνοθετημένο.

Πού αποσκοπούσαν όλα αυτά;

Η μελωδία του Für Elise με έβγαλε από τις σκέψεις μου και με επανέφερε στην πραγματικότητα που είχα αφήσει πίσω μου. Πριν προλάβω να πω ή να κάνω οτιδήποτε, ο Ισίδωρος κοκάλωσε στη μέση του δρόμου. Άνοιξα την πόρτα του συνοδηγού και πετάχτηκα έξω, ενώ την ίδια στιγμή διέκοψα τις τρίλιες του Μπετόβεν χαϊδεύοντας την οθόνη του κινητού μου. Το τσουχτερό κρύο του Φλεβάρη, σε συνδυασμό με την αλαφιασμένη φωνή της Ιωάννας, με έκαναν να ανατριχιάσω. Καθώς ψέλλιζα εξηγήσεις ανάκατες με δικαιολογίες –η κατάσταση, αρκετά αλλόκοτη από μόνη της, καθώς την εξιστορούσα φάνταζε εντελώς εξωφρενική, ειδικά μετά απ’ όσα είχαν γίνει πρόσφατα με τον Ισίδωρο−, στο πίσω μέρος του μυαλού μου σκεφτόμουν να τσεκάρω ένα ακόμη στοιχείο: Η σύγκρουση με ένα τέτοιο σκυλί θα πρέπει να είχε κάνει ζημιά στη μάσκα του αυτοκινήτου. Επιπλέον, το σκυλί ήταν αιμόφυρτο, άρα στο σημείο της πρόσκρουσης έπρεπε επίσης να υπήρχαν ίχνη. Στοιχειώδες, αγαπητέ Γουότσον. Μιλώντας στο κινητό, είχα περπατήσει κάμποσα μέτρα μπροστά από το αυτοκίνητο. Οι προβολείς με τύφλωναν, κι αναγκάστηκα να μετακινηθώ προς τα δεξιά, καταμεσής στον δρόμο. Καθώς διαβεβαίωνα την Ιωάννα ότι η νυχτερινή αυτή περιπέτεια σύντομα θα έπαιρνε τέλος, άρχισα να βηματίζω προς το αυτοκίνητο, φροντίζοντας να κρατάω την ίδια γωνία σε σχέση με τους προβολείς, ώστε όχι μόνο να μην με τυφλώνουν αλλά ταυτόχρονα να φωτίζεται η μάσκα γύρω τους. Περίπου στα δέκα μέτρα, κι ενώ είχα κατεβάσει τη συσκευή από το αυτί μου, ο Ισίδωρος έσβησε τους προβολείς, αφήνοντας τη μηχανή αναμμένη. Όλα γύρω μου σκοτείνιασαν. Ρίγησα. Τι παιχνίδι μού έπαιζε; Πλησίασα στο αυτοκίνητο με το βλέμμα καρφωμένο στη θέση του οδηγού. Γνωριζόμασταν από παιδιά, κι αν με ρωτούσε κανείς μέχρι πριν από δυο ώρες ποιος ήταν ο καλύτερος φίλος μου, θα απαντούσα αυθόρμητα πως ήταν ο Ισίδωρος ‒ κι ας μην μιλιόμασταν τελευταία, κι ας είχαν υψωθεί αόρατα τείχη ανάμεσά μας. Κι όμως, εκείνη τη στιγμή, μες στη νύχτα, με τα απομεινάρια του δρυμού γύρω μας να ρίχνουν πάνω μας τη σκιά τους, κι ενώ τα λεπτόκορμα δέντρα στρίγγλιζαν καθώς λύγιζαν από τον άνεμο, ένιωσα δέος. Όχι μόνο για το βουνό και τα σκοτάδια του, για το άγνωστο που καραδοκούσε γύρω μας· φοβόμουν εκείνον, τον φίλο μου. Τι μας είχε φέρει εκεί πάνω; Τι είχε συμβεί στο άμοιρο πλάσμα που κειτόταν στο πορτ-μπαγκάζ; Γιατί όλα αυτά γίνονταν απόψε, ενώ λίγες ώρες νωρίτερα η Αθήνα είχε λαμπαδιάσει; Είχα σχεδόν φτάσει μπροστά στο αυτοκίνητο όταν αίφνης, λες κι είχε μαντέψει τις σκέψεις μου, τα μικρά φώτα άναψαν στη μάσκα του παλιού Καρίνα. Κοίταξα τον Ισίδωρο. Το πρόσωπό του παρέμενε ανέκφραστο, το βλέμμα του στο τιμόνι. Το δικό μου βλέμμα γλίστρησε αυθόρμητα στη μάσκα, που τώρα, χάρη στα μικρά φώτα δεξιά κι αριστερά, φωτιζόταν αρκετά. Ακριβώς στο κέντρο της υπήρχε ένα έντονο βαθούλωμα. Πλησίασα, έσκυψα μπροστά και πέρασα το χέρι μου πάνω από την παγωμένη λαμαρίνα. Σκούρο υγρό έβαψε το χέρι μου. Αυτή τη φορά το ρίγος μου συνοδεύτηκε από έντονη σουβλιά στο στομάχι. Τι στο διάολο συνέβαινε;

Μπήκα με φόρα και κάθισα στη θέση του συνοδηγού. Ο Ισίδωρος άνοιξε και πάλι τα φώτα πορείας κι ετοιμάστηκε να βάλει ταχύτητα.

− Σταμάτα, φώναξα, γραπώνοντας ταυτόχρονα με το χέρι μου το λεβιέ των ταχυτήτων. Πρώτα θα εξηγηθούμε. Αλλιώς δεν πάμε πουθενά.

Τράβηξε το χέρι του από το λεβιέ και το ακούμπησε και πάλι στο τιμόνι. Ξεφύσησε.

− Υπολόγιζα αυτή η στιγμή να έρθει λίγο αργότερα, είπε, και με το αριστερό του χέρι ψαχούλεψε στη θήκη της πόρτας του.

Έβγαλε ένα μεταλλικό φλασκί, ξεβίδωσε το καπάκι, το έφερε στο στόμα του και ήπιε μια μεγάλη γουλιά. Μυρωδιά από ρούμι γέμισε το αυτοκίνητο. Έτεινε το φλασκί προς το μέρος μου.

− Τι είναι αυτό; Από πότε άρχισες να πίνεις;

− Έχω ολόκληρο μπουκάλι πίσω. Θα μας φτάσει.

− Άσε τις εξυπνάδες. Τι έγινε; Τι έκανες στο σκυλί;

Έφερε το φλασκί στο στόμα του και κατέβασε μια δεύτερη γουλιά. Το καπάκωσε και το έβαλε και πάλι στην πλαϊνή θήκη.

− Πειράζει να οδηγάω όσο κάνετε ερωτήσεις, κύριε ανακριτά; Η οδήγηση, όπως ξέρετε, με χαλαρώνει. Κι έχουμε ακόμη δρόμο μπροστά μας, έτσι δεν είναι;

Έτσι ήταν. Από τη στιγμή που είχαμε σιωπηρά συναποφασίσει ότι κι αυτός ο σκύλος θα θαβόταν με τιμές δικού μας σκύλου, η τοποθεσία όπου κατευθυνόμασταν ήταν δεδομένη. Φιλοξενούσε ήδη τέσσερα σκυλιά στα χώματά της – τα τρία δικά μου και το ένα και μοναδικό που είχε ποτέ ο Ισίδωρος, τον Γκάνταλφ. Είχε πεθάνει ένα χρόνο περίπου μετά τον πατέρα του. Όσο κι αν επέμενα δεν είχε θελήσει να τον αντικαταστήσει.

Έβαλε πρώτη, το Καρίνα άφησε ένα ελαφρύ γρύλισμα και ξεκίνησε. Είχαμε φτάσει σ’ ένα σημείο όπου ο δρόμος άρχιζε να γίνεται κατηφορικός, το φεγγάρι χανόταν πίσω από τη βουνοκορφή· βυθιζόμασταν στις κοιλότητες του βουνού.

− Θυμάσαι τι σου είπα πέρυσι, στην κηδεία της μάνας μου; Το βράδυ αργά, στο σπίτι, όταν είχαμε μείνει οι δυο μας;

Έγνεψα καταφατικά. Θυμόμουν. Ότι πλέον ήταν ελεύθερος. Κι ότι ο σκοπός κάθε ανθρώπου ολοκληρώνεται μόνο αφού έχει πρώτα χάσει τους γεννήτορές του. Όσο οι γονείς μας είναι ζωντανοί, είχε πει, παραμένουμε παγιδευμένοι στο βλέμμα τους. Είμαστε δέσμιοι της αγάπης τους, όπως κι αν εκφράζεται αυτή.

Γύρισε προς το μέρος μου.

− Εσύ το ξέρεις αυτό το αίσθημα ελευθερίας, το γνώρισες πρώτος.

Οι δικοί μου γονείς είχαν πεθάνει και οι δυο από καρκίνο, με διαφορά έναν χρόνο, αφήνοντάς με μονάχο με τον Πόλυ. Αυτό που είχα νιώσει, μετά και τον θάνατο του πατέρα μου, δεν θα το χαρακτήριζα απελευθέρωση, αλλά εισαγωγή στον Μεγάλο Φόβο. Όσο ζούσαν, ένιωθα άτρωτος. Όταν έφυγαν από τη ζωή, αισθάνθηκα ότι έπαιρνα σειρά. Για μένα, επιπλέον, που δεν είχα κανέναν άλλον στον κόσμο πέρα από κάποιες μακρινές θείες, ο πόνος της απώλειας συνοδεύτηκε κι από αίσθημα ερημιάς. Λες και ο πλανήτης είχε αδειάσει από ανθρώπους. Ώσπου μπήκε στη ζωή μου η Ιωάννα, κι όλα φωτίστηκαν ξανά.

− Ο δικός σου σκοπός έχει όνομα και πρόσωπο, είπε λες και διάβασε τις σκέψεις μου. Δύο ονόματα και δύο πρόσωπα, πλέον, για να ακριβολογούμε.

Η αναφορά του στην Ιωάννα και στη μικρή με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο μακριά τους βρισκόμουν εκείνη τη στιγμή· πόσο είχα απομακρυνθεί από τον σκοπό μου.

‒ Αν το σκεφτείς, όλη σου η ζωή δεν ήταν παρά μια μαθητεία σε αυτό που επρόκειτο να γίνεις. Πιστός σύζυγος, αφοσιωμένος πατέρας.

Αισθάνθηκα την ειρωνεία στα λόγια του. Η σκυλοφιλία μου ήταν απλώς το σύμπτωμα· η ανάγκη μου για δέσμευση και συντροφικότητα, η βαθύτερη αρρώστια. Τα είχα ξανακούσει αυτά, με σκληρότερα λόγια. Αν όμως δεν ήμουν αυτός που είμαι, ούτε η φιλία μας θα είχε κρατήσει όλα αυτά τα χρόνια.

− Με την ευκαιρία, απολογούμαι για τις προάλλες. Παραφέρθηκα.

Παραφέρθηκε, απλώς; Ήταν κόπανος με περικεφαλαία, απαράδεκτος απ’ όποια πλευρά κι αν το δεις! Η Ιωάννα είχε γίνει έξαλλη μαζί του, δεν ήθελε να τον ξαναδεί ούτε ζωγραφιστό. Κι εγώ, πάνω κάτω, τα ίδια. Ούτε λίγο ούτε πολύ, κι ενώ υποτίθεται ότι είχε έρθει επίσκεψη για να δει επιτέλους το μωρό μας (που ήταν ήδη έξι μηνών!), μας είχε πετάξει κατάμουτρα ότι το να κάνεις παιδί ήταν μια καθαρά μηχανιστική πράξη, εντελώς εγωιστική, που δεν λάμβανε υπόψη της κανένα από τα μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας. Την είχα προειδοποιήσει ότι από τον Ισίδωρο μπορεί να ακούγαμε καμιά κουλαμάρα, αλλά για τις χοντράδες που ξεστόμισε ούτε κι εγώ ήμουν προετοιμασμένος. Συνέχισε λέγοντας ότι ο κόσμος ξεχειλίζει από εκατομμύρια παιδιά που τα έχουν σπείρει άνθρωποι που δεν τα θέλουν ή που έχουν σκοτωθεί, φυλακιστεί ή οτιδήποτε, οπότε αν νιώθαμε τόσο έντονη ανάγκη να μεγαλώσουμε ένα παιδί, δεν είχαμε παρά να διαλέξουμε ένα από αυτά τα άτυχα πλάσματα. Έτσι, και τη δυστυχία του κόσμου θα απαλύναμε, και δεν θα προσθέταμε ένα ακόμη τσιμπούρι (έτσι χαρακτήρισε την μπέμπα μας) στην καμπούρα του πλανήτη. Αλλά, κατέληξε, δεν μπορείς να περιμένεις από όλους τους ανθρώπους ηθική συνέπεια…

Δυο μήνες είχαν περάσει από εκείνη την καταστροφική βραδιά. Δυο φορές που τηλεφώνησε, δεν το σήκωσα. Κάτι μέσα μου είχε παγώσει. Αισθανόμουν ότι είχε αμφισβητήσει τις βασικές μου επιλογές, αυτό που είμαι. Μας είχε προσβάλει. Μας είχε μειώσει. Πώς να συνεχιστεί έτσι μια φιλία;

− Και ποιος είναι ο δικός σου σκοπός; ρώτησα, θέλοντας να ξαναφέρω τη συζήτηση στις ράγες της.

Αισθανόμουν ότι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα, με κάποιο τρόπο θα έλυνε μεμιάς τους κόμπους που είχαν σωρευτεί. Χωρίς να πάρει το βλέμμα του από τον δρόμο, ο Ισίδωρος πρόφερε τις λέξεις αργά και καθαρά.

− Να λύσω τον γρίφο, είπε.

Νόμιζα ότι αυτός ήταν ο δικός μου σκοπός απόψε…

− Ποιον γρίφο; μουρμούρισα.

− Της αυτοκτονίας του πατέρα μου. Κάθε αυτόχειρας κληροδοτεί στους άλλους μια κατάρα και μια ευχή.

Η συζήτηση γεννούσε γρίφους, αντί να λύνει. Ακολούθησε σιωπή.

Μετά από λίγα βαριά δευτερόλεπτα, συνέχισε:

‒ Όσο ζεις είσαι καταδικασμένος να αναρωτιέσαι γιατί ο άνθρωπος που αγαπάς έβαλε τέλος στη ζωή του. Γιατί εσύ δεν ήσουν επαρκής λόγος για να μην το κάνει.

Δεκαοχτώ χρόνια είχαν περάσει από τον θάνατο του πατέρα του κι ο Ισίδωρος δεν μιλούσε ποτέ γι’ αυτό. Γιατί τώρα; Γιατί απόψε;

‒ Και η ευχή;

‒ Να είσαι όσο τυχερός χρειάζεται για να υπάρχει απάντηση. Αν υπάρχει, τότε αργά ή γρήγορα τη βρίσκεις. Κι όταν τη βρεις, η ίδια η πράξη αλλάζει πρόσημο. Παύει να είναι πράξη άρνησης…

Ήξερα ότι θα έρθει αυτή η στιγμή. Η στιγμή που αυτός θα μιλάει κι εγώ δεν θα καταλαβαίνω. Όμως αυτή τη φορά δεν θα σιωπούσα.

‒ Άρα; Ποια είναι η απάντηση που βρήκες στον γρίφο σου; Ένας άλλος γρίφος; Το κολπάκι της Πυθίας;

‒ Μη βιάζεσαι.

Ύψωσα τη φωνή:

‒ Είναι δύο μετά τα μεσάνυχτα, οδηγούμε εδώ και μια ώρα μέσα σ’ ένα καμένο δάσος με έναν νεκρό μολοσσό στο πορτ-μπαγκάζ σου και δεν μου έχεις πει ακόμη ούτε μια λέξη που να βγάζει νόημα. Και βέβαια βιάζομαι!

Ο Ισίδωρος αναστέναξε. Με το αριστερό χέρι έπιασε πάλι το φλασκί, ξεβίδωσε το καπάκι και το έφερε στο στόμα του.

‒ Σίγουρα δεν θες; είπε και μου το έτεινε.

Το άρπαξα από το χέρι του. Ήπια μια γερή γουλιά.

‒ Λέγε.

Έκοψε ταχύτητα. Μετά από πολλή ώρα, για πρώτη φορά διασταυρωθήκαμε με άλλο αυτοκίνητο. Παίξαμε τα φώτα, για χαιρετισμό.

‒ Κάθε ιστορία αποκαλύπτει το νόημά της μόνο αν τη διηγηθείς με μια συγκεκριμένη σειρά. Στην δική μου ιστορία, όλα ξεκίνησαν με τον θάνατο του πατέρα μου. Για τον οποίο είμαι πεπεισμένος ότι ήταν ηθελημένος.

Αυτό μου το έλεγε για πρώτη φορά με τόση βεβαιότητα. Όσο ζούσε η μητέρα του καλλιεργούσαν την εκδοχή του ατυχήματος. Ήταν κοινωνικά πιο βολικό, κι ευκολότερο να το διαχειριστείς από συναισθηματική άποψη.

‒ Και γιατί δεν άφησε κάποιο σημείωμα, κάτι που να φανερώνει ότι δεν ήταν ατύχημα; Δεν τον ένοιαζε;

‒ Ίσως δεν άφησε επειδή τον ένοιαζε. Τα σημειώματα, όπως και όλες οι εύκολες απαντήσεις, σε απομακρύνουν από το μυστήριο, δεν σε βοηθούν να το λύσεις. Είναι σαν να βάζεις την απάντηση στη θέση του ερωτήματος.

Ήπια μια ακόμη γουλιά ρούμι. Το φλασκί είχε μείνει στο δικό μου χέρι. Εξακολουθούσα να μην καταλαβαίνω.

− Όπως ξέρεις, ο πατέρας μου είχε οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Δεν ήταν το μαγαζί το πρόβλημα. Ήταν εθισμένος στον τζόγο. Το πρόβλημα ήταν μέσα του. Κάθε βήμα του οδηγούσε στην καταστροφή. Θα χάναμε το μαγαζί, θα αναγκαζόταν να πουλήσει το σπίτι, η ήδη ευαίσθητη υγεία της μάνας μου θα κλονιζόταν, κι εγώ, ποιος ξέρει πού θα κατέληγα…

Τώρα ήταν η σειρά του να αρπάξει το φλασκί και να πιει μια γουλιά. Εκμεταλλεύτηκα την παύση για να τσεκάρω το κινητό μου. Στο σημείο όπου βρισκόμασταν ευτυχώς δεν είχε σήμα.

− Θυμάσαι εκείνη την ταινία που με είχες πάει να δούμε πριν από μερικά χρόνια; Όπου όλη η ιστορία ξεκαθάριζε μόνο αν έβλεπες τις σκηνές ανάποδα; Από το παρόν προς το παρελθόν;

− Το Memento;

− Ναι. Memento.

− Υπόμνηση.

− Ακριβώς. Υπόμνηση. Έτσι λύνεται και ο δικός μου γρίφος. Παίζοντας την ταινία της ζωής μου ανάποδα. Από το σήμερα έως τη στιγμή της αυτοκτονίας του πατέρα μου. Αντιλήφθηκα πως ό,τι στα μάτια των άλλων φάνταζε με τέλος, στην πραγματικότητα ήταν ένα νέο ξεκίνημα.

‒ Και λοιπόν;

‒ Λοιπόν, αν δεις τα πράγματα από αυτή την οπτική, αν δηλαδή κρίνεις την πράξη όχι με βάση τα κοινωνικά στερεότυπα και τις παγιωμένες αντιλήψεις, αλλά με βάση τα αποτελέσματα που αυτή επέφερε στη ζωή μας, τότε το νόημά της αλλάζει.

Η φωνή του, καθαρή και σταθερή πριν, σε αυτό το σημείο ακούστηκε σπασμένη.

‒ Αποκαλύπτεται ως αυτό που ήταν: μια πράξη θυσίας. Μια θυσία με τη θρησκευτική, την αρχέγονη σημασία της λέξης. Μόνο που αυτός που ιερουργεί, ο θυσιαστής, είναι την ίδια στιγμή και το θυσίασμα, το δώρο στους θεούς.

Διάλεγε τις λέξεις του με ακρίβεια, λες και είχε κάνει πρόβα. Φράσεις στέρεες, η μια πάνω στην άλλη.

‒ Ισχυρίζεσαι δηλαδή ότι ήταν εσκεμμένα όλα αυτά; Ότι γνώριζε πως, βάζοντας τέλος στη ζωή του, θα απελευθέρωνε όλη αυτή την, πώς να την πούμε, θετική ενέργεια;

‒ Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος. Αλλά σε ρωτάω: τι καθορίζει το νόημα μιας πράξης;

Γύρισε και με κοίταξε λες και περίμενε απάντηση. Ανασήκωσα τους ώμους.

‒ Δεν είναι άπειρες οι πιθανές απαντήσεις, είπε. Στην πραγματικότητα, είναι μόνο τρεις. Είτε το νόημα της πράξης το καθορίζει αυτός που πράττει, είτε το καθορίζουν οι αποδέκτες της πράξης, οι άλλοι δηλαδή, είτε το καθορίζουν τα αποτελέσματα της πράξης, η επίδρασή της στην πραγματικότητα.

Έτσι ήταν; Δεν ήμουν σίγουρος. Κάποιος άλλος, κάπου αλλού, θα διατύπωνε αλλιώς τα ίδια ζητήματα. Η πίστη μου στις λέξεις παρέμενε μειωμένη. Ένας ιστός από αόριστες ιδέες που υφαίνουμε γύρω μας μέσα στα χρόνια. Αντίθετα, για τον Ισίδωρο οι λέξεις ήταν σταθερό νόμισμα.

‒ Η φιλοσοφία δεν είναι το φόρτε μου, είπα. Αλλά μπορώ να φανταστώ κι ένα σωρό άλλους συνδυασμούς. Τι είναι δηλαδή η πραγματικότητα, δεν είναι αυτό που συμφωνούμε οι περισσότεροι ότι συμβαίνει;

Κόμπιασε για λίγο. Όχι για πάνω από δύο δευτερόλεπτα.

‒ Κάθε πράξη φέρει το δικό της φορτίο. Ακόμη κι όταν δεν είναι συνειδητή.

Φαντάστηκα τις πράξεις σαν μικρούς Σίσυφους που η καθεμιά κουβαλά στην πλάτη της το δικό της νόημα, σαν μικρούς στρογγυλούς βράχους. Λίγο προτού φτάσουν στην κορυφή, λίγο προτού παραδώσουν σ’ εμάς τους ανθρώπους το πολύτιμο φορτίο τους, οι πράξεις γλιστρούν και πέφτουν, το νόημα κατρακυλάει στην αρχή της ανηφόρας. Και φτου κι από την αρχή.

‒ Από την άλλη, συνέχισε ο Ισίδωρος, αν όποιος πράττει κατέχει ο ίδιος το νόημα της πράξης του, την προικίζει εξαρχής με πολλαπλή ενέργεια. Άρα η επίδρασή της στην πραγματικότητα λειτουργεί πολλαπλασιαστικά. Τότε μιλάμε ακόμη και για θαύματα.

Τα τζάμια είχαν θολώσει από τις ανάσες μας, μπροστά μου έβλεπα μόνο τη δέσμη φωτός που έριχναν οι προβολείς στο οδόστρωμα. Το κομμάτι της πραγματικότητας που μας κρατούσε στη ζωή.

− Εδώ κολλάει η κοινοτοπία που μας κληροδότησε η Θεωρία του Χάους, ότι το φτερούγισμα μιας πεταλούδας στην Ιαπωνία μπορεί να προκαλέσει τυφώνα στην Αμερική. Μόνο που στο δικό μου παράδειγμα θα βοηθούσε περισσότερο να φανταστούμε μια πεταλούδα που αποφασίζει συνειδητά να τρυπώσει μέσα σ’ έναν πυρηνικό αντιδραστήρα.

Δυσκολευόμουν να κατανοήσω σε τι ή ποιον θα ωφελούσε ένα ακόμη πυρηνικό ατύχημα, ό,τι κι αν πίστευε η πεταλούδα του Ισίδωρου. Η σύνδεση ανάμεσα σε όλες αυτές τις σκοτεινές σκέψεις περί θυσίας και στην κατάσταση που βρισκόμασταν εκείνη τη στιγμή δεν μου ήταν ξεκάθαρη. Όταν όμως έφερα στο μυαλό μου την εικόνα του μολοσσού μέσα στα αίματα, το στομάχι μου ‒που με το πέρασμα του χρόνου έχει αποδειχτεί πιο ευαίσθητος δέκτης από την αντίληψή μου‒ άρχισε να συστρέφεται και πάλι, οι κόμποι μέσα μου να σφίγγονται. Υπήρχε κάτι δυσοίωνο σε αυτά τα λόγια, το φάσμα μια απειλής.

‒ Κι ο σκύλος; είπα, επιχειρώντας να τον ξαφνιάσω. Γιατί τον χτύπησες;

Χαμογέλασε πικρά.

‒ Το μόνο που σ’ ενδιαφέρει είναι ο σκύλος, ε;

‒ Δεν είναι αλήθεια.

‒ Είσαι έτοιμος να ξεκινήσεις εκστρατείες για τη σωτηρία κάποιων πλασμάτων, αρκεί να έχουν γλυκές μουτσούνες και να φέρνουν πίσω το μπαλάκι.

‒ Τα υπεραπλουστεύεις, το ξέρεις.

– Η εκπληκτική ευφυΐα και μαστοριά του κότσυφα, του τερμίτη ή μιας ταπεινής χελώνας του αγρού, δεν προκαλούν τη συμπόνια σου. Επειδή δεν σε αφορούν. Και δεν σε αφορούν, επειδή δεν σου μοιάζουν.

‒ Γαμώτο, Ισίδωρε, είναι ώρα για τέτοιες κουβέντες;

Με τα χέρια του χτύπησε ρυθμικά το τιμόνι, υπογραμμίζοντας τις φράσεις του.

‒ Τώρα είναι η ώρα. Ακριβώς τώρα.

Μα, τα έχουμε πει αυτά. Τα έχουμε πει χίλιες φορές. Δεν μπορώ να στεναχωριέμαι για τα μυρμήγκια που πατάω, ούτε για τα μικρόβια που αναπνέω, ούτε σκοπεύω να καταγγείλω ως γενοκτονία των μαζικό ψεκασμό των κουνουπιών. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν νοιάζομαι για κανένα άλλο πλάσμα.

− Νοιάζομαι, Ισίδωρε. Αν δεν νοιαζόμουν, δεν θα βρισκόμουν αυτή την ώρα εδώ πάνω, μαζί σου.

‒ Οι σκύλοι, για σένα, είναι ιδέα.

‒ Όχι. Αυτή είναι η διαφορά μας. Η ιδέα του σκύλου μού είναι αδιάφορη. Αλλά ο συγκεκριμένος σκύλος, αυτός που για τον έναν ή τον άλλον λόγο βρέθηκε στο δρόμο μου, αυτός με ενδιαφέρει, αυτόν τον νοιάζομαι.

Έπεσε πάλι σιωπή. Εδώ και λίγα λεπτά ένα ψιλόβροχο με ριπές αέρα πιτσιλούσε τα τζάμια, το φεγγάρι είχε εξαφανιστεί πίσω από τα σύννεφα, ο τόπος γύρω μας, όσο μπορούσα να δω, είχε σκοτεινιάσει. Όμως κάτι άλλο γύρευα να πω. Κάτι μου διέφευγε σε αυτή τη συζήτηση. Το πρόβλημα δεν ήταν ο σκύλος, ούτε η γάτα και τα ποντίκια. Δεν είχε να κάνει με το τι δικαιώματα ή ιδιότητες αναγνώριζα σε διάφορες μορφές ζωής. Την ήξερα αυτή τη συζήτηση. Τόσα χρόνια με τον Ισίδωρο και τους φίλους του, ήμουν εξοικειωμένος. Κατέληγε με μαθηματική ακρίβεια στο αν τα λάχανα και τα παντζάρια αισθάνονται πόνο όταν τα κόβουμε. Αν έχουν συναισθήματα ή μνήμη. Δεν ήταν όμως αυτό…

‒ Ίσως, πρόσθεσα, η διαφωνία μας να είναι βαθύτερη. Ίσως είναι ζήτημα πίστης. Ίσως να μην πιστεύω όσο εσύ στη ζωή.

Κόμπιασα.

–Τη σέβομαι τη ζωή, αλλά για μένα δεν είναι ιερή. Δεν θα έδινα τη ζωή μου για τη ζωή.

Για τη ζωή κανενός άλλου; Κάτι μέσα μου με τσίμπησε, σαν αρχαία σφήκα. Ούτε της Ιωάννας; Ούτε καν της μικρής; Ήταν λοιπόν η ζωή μου ό,τι πιο πολύτιμο είχα στον κόσμο;

Ο Ισίδωρος, που καμιά φορά μου έδινε την εντύπωση ότι είχε την ικανότητα να παρακολουθεί την κρυφή αλυσίδα των συλλογισμών μου, χαμογέλασε πλατιά. Στο χαμόγελό του μπορούσα να διακρίνω πίκρα ανάμικτη με ικανοποίηση. Είχα οδηγηθεί στο σημείο που ήθελε. Είχα κάνει την παραδοχή που μου ζητούσε και που φώτιζε αυτό το κάτι που μας χώριζε. Περίμενα από στιγμή σε στιγμή τα λόγια για τα οποία ετοιμαζόταν όλο το βράδυ· τις φράσεις που θα με συνόψιζαν. Η ζωή σου, φίλε μου… Η μικρή ασήμαντη ζωούλα σου αξίζει όσο η ζωή μιας χελώνας του αγρού, τίποτε περισσότερο. Τι αξία έχει μια ζωή, αν δεν υπάρχει τίποτε στον κόσμο για το οποίο θα άξιζε να τη θυσιάσεις;

Κατέβασε ταχύτητα, παίρναμε πάλι τον ανήφορο. Είχα δυο χρόνια να έρθω στο καταφύγιο, από τότε που αποχαιρετήσαμε τον Πόλυ – λογικά δεν θα πρέπει να έχουν αλλάξει και πολλά. Δεν θα αργούσαμε να φτάσουμε.

Όταν τελικά μίλησε, η φωνή του δεν είχε τίποτε τελεσίδικο ή απειλητικό. Ούτε απαντούσε στα όσα βαρύγδουπα είχα ξεστομίσει. Σε τόνο πιο χαμηλό από πριν, είχε τώρα τη βραχνάδα της εξομολόγησης.

− Πίστευα ότι μπορούσα να εξασφαλίσω μια ήρεμη και χρήσιμη ζωή μένοντας μακριά από όσα με τάραζαν. Ζώντας μέσα σε μικρόκοσμους. Κατασκευάζοντας, αν θες, μικρόκοσμους κατά παραγγελία. Ζωές μπονσάι. Αυτό ήταν το νόημα της δημιουργίας του φυτώριου. Αυτό ήταν και το νόημα της αγάπης μου για το βουνό. Αν ο καθένας από μας, σκεφτόμουν, επικεντρωθεί σε κάτι καλό, αν ο καθένας από μας κάνει κάτι χρήσιμο και όμορφο σε μικρή κλίμακα, όλη αυτή η θετική ενέργεια προστιθέμενη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Ή, έστω, να τον κάνει πιο υποφερτό.

Μιλούσε ήρεμα, αλλά το δεξί του χέρι χτυπούσε νευρικά στο λεβιέ των ταχυτήτων.

− Είχαμε φτιάξει ομάδες με γεωπόνους και φυτεύαμε είδη πρωτόγνωρα για τούτο το δάσος, σε σημεία απάτητα. Γνωρίζαμε ότι θα επιδρούσαν ευεργετικά στο ευρύτερο οικοσύστημα. Αρωματικά φυτά που σε μεγάλους πληθυσμούς μπορούν να εμποδίσουν την ανάπτυξη ασθενειών που πλήττουν τα έλατα ή τις ιτιές. Οι μέλισσες, με κατάλληλη διασπορά, πολλαπλασιάζουν τον πλούτο της ανθοφορίας στο δάσος μέσα σε λίγα χρόνια. Σε δύο δεκαετίες, με τις προσπάθειες πολλών, η Πάρνηθα είχε γίνει ένα τεράστιο βιοχημικό πείραμα, ένα θαυμαστό παράδειγμα του τι θα μπορούσε να δώσει η αγαστή συνεργασία ανθρώπου και φύσης.

Έδειχνε έξω, στη μαυρίλα του καμένου ελατόδασους, λες κι όλα αυτά για τα οποία μιλούσε βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή μπροστά στα μάτια μας.

− Ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο ζούσαν εδώ γύρω περισσότερα ζώα, έντομα και φυτά από οποιοδήποτε άλλο δάσος στην Ευρώπη. Μόνο στην Πάρνηθα υπήρχαν περισσότερα είδη φυτών απ’ όσα σε ολόκληρη τη Σκανδιναβία. Εκατό από αυτά ήταν ενδημικά, δεν υπήρχαν αλλού στον κόσμο. Τριάντα είδη θηλαστικών, κουνάβια, τσακάλια, σκίουροι, αλεπούδες, αλλά και εκατόν είκοσι διαφορετικά είδη πτηνών. Πάνω από πεντακόσια κόκκινα ελάφια ζούσαν κι αναπαράγονταν λίγα χιλιόμετρα μακριά από την πόλη – κι οι περισσότεροι Αθηναίοι δεν είχαν ιδέα.

Στράφηκε και με κοίταξε. Τα μάτια του είχαν κοκκινίσει.

− Δεν είχαν ιδέα, αλλά δεν σημαίνει ότι δεν το ένιωθαν. Γιατί έτσι λειτουργεί το καλό, Ηλία. Σκορπάει μικρά ανεπαίσθητα κύματα γύρω του, δονήσεις γλυκύτητας και συμπόνιας. Έχεις σταθεί ποτέ κοντά σε ελάφι; Απλώς να σταθείς σιωπηλά κοντά του την ώρα που ο ήλιος δύει πίσω απ’ το βουνό;

Έκλεισε τα μάτια του για λίγα δευτερόλεπτα λες και ξαναζούσε μια τέτοια στιγμή. Φοβήθηκα ότι θα αποκοιμηθεί στο τιμόνι. Άνοιξε τα μάτια και συνέχισε με φωνή πένθιμη αλλά καθαρή.

− Ώσπου έγινε η πυρκαγιά και τότε συνειδητοποίησα κάτι που γνώριζα ήδη αλλά αρνιόμουν να παραδεχτώ. Ότι η δύναμη του κακού ήταν απεριόριστα ισχυρότερη από τη δύναμη του καλού. Αρκούσε το στουπί ενός ψυχοπαθή για να ματαιώσει προσπάθειες χρόνων∙ αρκούσε η αμέλεια ενός αγρότη για να καταστρέψει αμέτρητες καλές πράξεις χιλιάδων ανθρώπων. Όσο για τα δέντρα, τα φυτά και τα ζώα που χάθηκαν εκείνες τις μέρες, ακόμη ακούω στ’ αυτιά μου το ουρλιαχτό τους.

Προσπάθησα να φανταστώ με τι θα έμοιαζε η κραυγή από τον χαμό τόσο ετερόκλητων οργανισμών. Το λευκό ουρλιαχτό.

− Νομίζεις πως όλα όσα ακολούθησαν σε αυτή την πόλη ήταν άσχετα με το κακό που προηγήθηκε; Πιστεύεις ότι γεγονότα τέτοιας εμβέλειας, που συνταράσσουν συθέμελα ένα οικοσύστημα, δεν θα επηρέαζαν την ψυχή των ανθρώπων; Και ειδικότερα την ψυχή των παιδιών και των νέων;

Δεν είχα κάνει ποτέ μου αυτή τη σύνδεση. Είχαν βέβαια υπάρξει διαμαρτυρίες κι εκδηλώσεις πένθους μετά την μεγάλη πυρκαγιά, πολύς κόσμος είχε στεναχωρηθεί, θέλησε να αντιδράσει. Γράφτηκαν πολλά, ειπώθηκαν ακόμη περισσότερα. Αλλά για την ψυχή των ανθρώπων, δεν ξέρω. Η λέξη «ψυχή» μού προκαλούσε πάντοτε κάποια αμηχανία.

Τον κοίταξα. Το βλέμμα του παρέμενε προσηλωμένο στον δρόμο.

− Έχουμε εναποθέσει στην επιστήμη την ευθύνη να ερμηνεύσει τον κόσμο μας. Έχουμε απεμπολήσει το δικαίωμα να κρίνουμε με την καρδιά μας. Η αλήθεια μας είναι πλέον αρμοδιότητα κάποιων εργαστηρίων∙ την έχουν βάλει στο μικροσκόπιο, την τεμαχίζουν και μας τη σερβίρουν σε δόσεις. Όμως καμιά από αυτές τις μικρές αλήθειες δεν κάνει τον κόσμο μας πιο κατανοητό, πιο υποφερτό για να ζήσουμε.

Μας τη σερβίρουν σε δόσεις, ίσως, επειδή ολόκληρη η αλήθεια δεν υπάρχει. Το αντίτιμο, πράγματι, είναι ένας κόσμος ψυχρός, ξένος. Αλλά και το όφελος, φίλε μου, είναι συγκεκριμένο, μετρήσιμο.

− Κι όμως, συνέχισε εκείνος, βαθιά μέσα μας, στην ψυχή μας, το υλικό από το οποίο είμαστε φτιαγμένοι, παραμένει απαράλλαχτο. Ο πρωτόγονος επιβιώνει μέσα στον πολιτισμένο με τον ίδιο τρόπο που το παιδί επιβιώνει μέσα στον ενήλικα. Τις κρίσιμες στιγμές, βγαίνει στην επιφάνεια και διεκδικεί το μερίδιό του από την αλήθεια. Και πονάει όταν καίγεται το δάσος δίπλα στο σπίτι του. Όπως πονάει το παιδί μέσα μας όταν βλέπει το σφαγμένο ζώο στο σουπερμάρκετ ή το κουφάρι του στην άκρη της λεωφόρου – παρατημένο, βεβηλωμένο. Μόνο που αυτός ο πόνος, αυτή η κραυγή, δεν βγαίνει στην επιφάνεια από τον γνωστό δρόμο, από το στόμα. Απαιτεί υψηλό βαθμό συνειδητοποίησης κι ευαισθησίας για να τον ανασύρεις από τα έγκατα του νου στην γλώσσα και να τον κάνεις λέξεις και δάκρυα. Πιο εύκολα γίνεται γροθιά, κλοτσιά στο πρόσωπο του άλλου.

Τα συμμεριζόμουν όλα αυτά; Πιθανότατα όχι. Την επόμενη μέρα, όταν θα τα σκεφτόμουν πιο ψύχραιμα, θα μου φαίνονταν σχηματικά, ιδεοληψίες τρελούτσικων ανθρώπων. Τότε, γιατί είχα συγκινηθεί;

− Εκείνο τον Ιούλιο, συνέχισε, πολλοί νέοι μαζεύτηκαν στο Σύνταγμα κι έκαναν ολονυχτίες με κεριά, πενθούσαν. Μαζί τους κι αρκετοί ενήλικες που συναισθάνονταν πόσο μεγάλο ήταν το κακό που μας είχε βρει. Οι περισσότεροι, όμως, έσφιξαν απλώς τα δόντια και κράτησαν μέσα τους την οργή τους. Γνώριζαν ότι παρά τα όσα τους έλεγαν κάθε βράδυ από την τηλεόραση, για την ώρα την κακιά και τους δυνατούς ανέμους, η αλήθεια ήταν ότι τους είχαν εξαπατήσει. Οι μεγάλοι τούς στερούσαν τον κόσμο τους. Κομμάτι κομμάτι. Ό,τι ανήκε δικαιωματικά σε αυτούς, στις επόμενες γενιές. Όσα ακολούθησαν έκτοτε ήταν τα απόνερα εκείνου του καταποντισμού. Τα δάκρυα που δεν χύθηκαν τότε χύνονται σαν αίμα αργότερα, με άλλες αφορμές.

Έκανε μια μικρή παύση, σαν να δίσταζε.

‒ Οι εμπρησμοί της Αθήνας, σήμερα, ήταν κάτι που περίμενα από καιρό. Ένα σήμα…

Αίφνης, αυτή η τελευταία φράση του έλαμψε μέσα μου σαν σούπερ νόβα. Δηλαδή, αυτό το κάτι που μας έχει φέρει απόψε εδώ πάνω σχετιζόταν με τα γεγονότα του απογεύματος; Σχεδόν πέντε χρόνια είχαν περάσει από την πυρκαγιά της Πάρνηθας. Στο μεταξύ, το κέντρο της πόλης είχε καταστραφεί ξανά και ξανά, νεανικό αίμα είχε βάψει τα πεζοδρόμια, η οργή φούντωνε και ξεφούντωνε κατά κύματα. Γιατί απόψε; Γιατί δεν είχε πάρει αυτό το «σήμα» νωρίτερα; Μήπως η καθυστερημένη αντίδραση είχε να κάνει με τον χαμό της μητέρας του ένα χρόνο νωρίτερα, οπότε και αισθάνθηκε πια ελεύθερος να «εκπληρώσει το σκοπό του»; Από την άλλη, η Αθήνα είχε μεν υποστεί ξανά ζημιές τα προηγούμενα χρόνια, αλλά ποτέ άλλοτε δεν είχε τυλιχτεί στις φλόγες στην ένταση και στην έκταση που είχε συμβεί εκείνη τη βραδιά. Η αναλογία –αν γύρευες αναλογίες− ήταν προφανής.

Μέσα από τα έλατα φάνηκαν τα λιγοστά φώτα από το καταφύγιο, καθώς παίρναμε την τελευταία στροφή. Η περιοχή είχε ευτυχώς παραμείνει ανέγγιχτη από την πυρκαγιά.

Βγήκαμε στο πλάτωμα και πλησιάσαμε προς το μεγάλο οίκημα. Ένα ακόμη αμάξι υπήρχε παρκαρισμένο απέξω. Σταθμεύσαμε δίπλα του.

Και ο μολοσσός; Πού κολλούσε μέσα σ’ όλα αυτά;

− Δεν το κάνουμε τώρα; είπα, μόλις έσβησε τη μηχανή. Το χώμα είναι μαλακό, θα τελειώσουμε γρήγορα.

− Ας πάμε πρώτα για λίγο μέσα, είπε εκείνος, κι άνοιξε την πόρτα του.

Αφήσαμε το αυτοκίνητο και προχωρήσαμε προς την είσοδο. Το σακίδιο στον ώμο του θα έπρεπε να μου είχε κάνει εντύπωση, ωστόσο ο Ισίδωρος συνήθιζε να κουβαλάει μαζί του διάφορα, ακόμη και τις πιο απίθανες στιγμές. Λες κι ήταν ανά πάσα στιγμή έτοιμος να εκστρατεύσει.

Κοίταξα το κινητό μου, είχα τρεις ειδοποιήσεις κλήσεων, όλες από την Ιωάννα. Του έκανα νόημα ότι θα μείνω έξω να μιλήσω στο τηλέφωνο και τον άφησα να προπορευτεί. Το κρύο ήταν τσουχτερό. Ψιλόβρεχε και είχε αραιή ομίχλη. Το βουνό απλωνόταν γύρω μου, απρόσιτο, σκοτεινό. Ο κόσμος του παρελθόντος, σκέφτηκα. Ο κόσμος του ζώου. Όλες οι βαθιές συγκινήσεις πηγάζουν από αυτόν, αλλά οι περισσότεροι δεν θα διστάζαμε να τις θυσιάσουμε προκειμένου να τον ξεριζώσουμε από μέσα μας.

Άφησα το τηλέφωνο να καλέσει τρεις φορές και μετά το έκλεισα. Την είχε μάλλον ξαναπάρει ο ύπνος, εξαντλημένη όπως θα ήταν από τον θηλασμό. Καλύτερα. Εκτός από ανησυχία, δεν θα ήμουν ικανός να της μεταδώσω τίποτε άλλο. Έγραψα στα γρήγορα ένα μήνυμα και το έστειλα. Είμαι καλά. Δεν αργώ. Απενεργοποίησα το κινητό και μπήκα στο καταφύγιο.

Ο Ισίδωρος είχε κάτσει ανακούρκουδα μπροστά από το τζάκι και κοιτούσε το μισοσβησμένο κούτσουρο. Λίγο παραπέρα είχε πετάξει το σακίδιό του, μπροστά του είχε ακουμπήσει το μπουκάλι με το ρούμι του και δυο μισογεμισμένα ποτήρια. Μόλις μπήκα, πήρε το ένα στο χέρι του. Κάθισα δίπλα του. Είχαμε πει πολλά απόψε. Περισσότερα απ’ όσα νομίζαμε. Μέσα σε όλα αυτά, υπήρχαν εκμυστηρεύσεις και υπονοούμενα για πράγματα που έχουν συμβεί και για άλλα που επρόκειτο να συμβούν. Η ζωή του και η ζωή μου, χωρίς καλά καλά να το καταλαβαίνουμε, είχαν πάρει αποκλίνουσες πορείες. Κι απομέναμε, πικραμένοι κι αμήχανοι να κοιτάζουμε το αυλάκι ανάμεσά μας να βαθαίνει. Κι όμως… Το μόνο που αισθανόμουν εκείνη τη στιγμή γι’ αυτόν τον άνθρωπο ήταν τρυφερότητα. Τρυφερότητα κι αγάπη. Κοιτούσα τα δυνατά σπαστά μαλλιά του και το τραχύ πρόσωπό του κι είδα σε αυτά το αγόρι που γνώρισα πριν από πολλά χρόνια. Τα παιδιά που κάποτε υπήρξαμε κάθονταν εκεί, δίπλα στο τζάκι, και κοιτούσαν μια φλόγα που είχε σχεδόν σβήσει. Η θέρμη της όμως κοκκίνιζε ακόμη τα μάγουλά μας.

− Έλα, είπε ο Ισίδωρος και σήκωσε το ποτήρι του. Ας πιούμε στα θαύματα…

Στα θαύματα; Πόσο παράξενη ακούστηκε, εδώ, στο βουνό, πίνοντας μαύρο ρούμι δίπλα σ’ ένα τζάκι που τρεμοσβήνει, αυτή η πολυκαιρισμένη λέξη.

Σήκωσα το ποτήρι μου, το κράτησα ψηλά και το τσούγκρισα με το δικό του.

− Στα θαύματα, επανέλαβα.

Το σκουρόχρωμο ποτό μού έκαψε αρχικά τον λαιμό κι έπειτα το στομάχι. Ο Ισίδωρος έσπρωξε προς το μέρος μου ένα πακέτο με κρακεράκια· μάσησα ένα μηχανικά, μου φάνηκε χάρτινο. Έγειρα στο πλάι και ακούμπησα το κεφάλι στο αγκώνα μου. Τα μάτια μου βάραιναν. Το κούτσουρο τσιτσίριζε, οι ήχοι που έβγαζε μου φάνηκαν περίπλοκοι αλλά με κάποιο τρόπο οργανωμένοι, λες κι έπαιζε ολόκληρη ορχήστρα. Ήταν μια παράξενη βραδιά, κι είχε ακολουθήσει μια ακόμη πιο παράξενη νύχτα. Το Αττικόν έχει καεί, μουρμούρισα δοκιμάζοντας στην άκρη των χειλιών μου την αληθοφάνεια της φράσης. Η Αττική έχει καεί, ακούστηκε μέσα μου ο αντιφωνητής.

Η γλώσσα ήταν με το μέρος του Ισίδωρου.

Μην το κάνεις, φίλε, είπα, κι αμέσως μετά σκέφτηκα ότι δεν ήμουν σίγουρος αν είχα προφέρει πραγματικά αυτές τις λέξεις ή αν τις είχα απλώς μουρμουρίσει από μέσα μου. Ένιωθα τα μέλη μου να παραλύουν και όλα γύρω μου να μετατρέπονται σε μια ζεστή πηχτή θάλασσα που με ρουφούσε. Μπροστά μου εμφανίστηκε η εικόνα του Λίαμ Νίσον. Με ουλή στο μάγουλο και ανοιχτόχρωμα μάτια σαν των λύκων. Οι σύντροφοί του έχουν όλοι αφανιστεί, ένας προς έναν. Μόνος, περικυκλωμένος, ετοιμάζεται για την τελική μάχη, τη μάχη που γίνεται όχι για να κερδηθεί αλλά γιατί ο αγώνας για τη ζωή είναι ο μοναδικός ευγενής αγώνας. Κοιτάζει στα μάτια τον μαύρο λύκο, τον πιο μεγάλο, τον αρχηγό της αγέλης. Κι ορμάει.

Σκοτάδι.

Όταν άνοιξα τα μάτια μου, από το παράθυρο έμπαιναν οι ακτίνες του ήλιου. Προσπάθησα να σηκωθώ, αλλά ένας οξύς πόνος με έριξε πάλι στο πάτωμα. Ένιωσα τον εγκέφαλό μου να χτυπάει στα τοιχώματα του κρανίου μου με δύναμη. Στάθηκα με δυσκολία στα πόδια μου, σύρθηκα μέχρι το κουζινάκι και ήπια δυο ποτήρια νερό. Άρχισα να συνέρχομαι. Ο Ισίδωρος και το σακίδιό του έλειπαν. Κοίταξα πάνω στο τραπέζι όπου βρίσκονταν ακόμη τα ποτήρια μας και το μισοάδειο μπουκάλι ρούμι, μήπως μου είχε αφήσει σημείωμα. Τίποτα. Αντίθετα, ακουμπισμένο πάνω στο κινητό μου, ήταν το κλειδί του Καρίνα. Το άρπαξα και βγήκα έξω.

Το αυτοκίνητο βρισκόταν στο σημείο όπου το είχαμε αφήσει, ο Ισίδωρος όμως δεν ήταν πουθενά. Ο λευκός πρωινός ήλιος φώτιζε το ελατόδασος, ο κόσμος έμοιαζε ολοκαίνουργος. Οι λαμπερές ακτίνες περνούσαν μέσα από τις φυλλωσιές και σχημάτιζαν τρεμουλιαστά μοτίβα στις πλαγιές. Μπήκα στο αυτοκίνητο και έβαλα μπροστά. Αν ήταν εκεί κοντά, ήξερα ακριβώς πού θα τον έβρισκα.

Οδήγησα διακόσια μέτρα στο μικρό οροπέδιο που ξεκινούσε από το καταφύγιο και κατέληγε στην αρχή μιας ήπιας βουνοπλαγιάς. Το έδαφος ήταν υγρό και οι ρόδες κάθε τόσο γλιστρούσαν, αλλά η λεπτή στρώση από βρύα τις απέτρεπε από το να κολλήσουν στη λάσπη. Σταμάτησα στην άκρη, λίγο πριν αρχίσει το επικλινές, και κατέβηκα. Διέσχισα μερικές συστάδες ελάτων, γύρω στα εκατό μέτρα πυκνού δάσους. Λίγο μετά βγήκα σ’ ένα μικρό ξέφωτο. Στο μέσον του ήταν φυτεμένες τέσσερις μεγάλες κοτρόνες, διαφορετικού όγκου η καθεμιά. Ήταν το μικρό μας νεκροταφείο σκύλων. Το είχα εγκαινιάσει με τον πατέρα μου πριν από δεκαεννιά χρόνια και πίστευα ότι το είχα αποχαιρετήσει οριστικά, δυο χρόνια πριν, με την Ιωάννα. Η μεγαλύτερη πέτρα ήταν του Πόλυ, κι ακολουθούσε του Γκάνταλφ με μικρή διαφορά. Κάτω από τη μικρότερη βρισκόταν ο άτυχος ο Μηνάς που είχε πεθάνει πρόωρα. Με μικρά γράμματα, που μόνο αν ήξερες μπορούσες να τα διαβάσεις, ήταν σκαλισμένα στις πέτρες τα ονόματα των σκύλων και η ημερομηνία του θανάτου τους. Οι τέσσερις μαζί σχημάτιζαν ένα τετράγωνο, η κάθε πλευρά του οποίου ήταν περίπου τρία μέτρα. Στην πάνω δεξιά γωνία του τετραγώνου, έτσι όπως κοιτούσα, ήταν η πέτρα του Θαλή∙ υπήρχε ακόμη αρκετός χώρος ανάμεσα σ’ αυτή και τον πλησιέστερο κορμό. Σχεδόν είκοσι χρόνια είχαν περάσει, δεν θα έμεναν πια και πολλά από το πάλαι ποτέ ρωμαλέο ζωντανό. Εκεί θα σκάβαμε. Πλησίασα, σκάλισα το χώμα με τα δάχτυλά μου: ήταν μαλακό σαν βούτυρο, η δουλειά δεν θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη για τους δυο μας. Αρκεί να είχε θυμηθεί να ρίξει κάνα φτυάρι στο αυτοκίνητο. Πού είχε πάει όμως ο Ισίδωρος; Γιατί, ακόμη κι αν άνοιγα τον λάκκο μόνος μου, πράγμα αρκετά επίπονο, μιας και έπρεπε να έχει ενάμιση μέτρο βάθος το λιγότερο, θα ήταν αδύνατον να κουβαλήσω μόνος έως εδώ το τεράστιο ζώο.

Ακολούθησα το μονοπάτι και βγήκα πάλι έξω στον ανοιχτό χώρο, ελπίζοντας ότι θα δω τον Ισίδωρο να πλησιάζει έπειτα από μια πρωινή βόλτα στις γύρω πλαγιές. Δεν υπήρχε ψυχή. Πλησίαζα προς το αυτοκίνητο, όταν ένας παράξενος ήχος έφτασε στ’ αυτιά μου, κάτι που έμοιαζε με κλαψούρισμα σκύλου. Κοίταξα τριγύρω, δεν φαινόταν κανείς, άνθρωπος ή ζώο. Το μοναδικό αυτοκίνητο που ήταν παρκαρισμένο έξω από το καταφύγιο τη νύχτα παρέμενε στη θέση του. Τότε, ένας γδούπος ακολούθησε, κι αμέσως μετά ένας δεύτερος, που ερχόταν από την πλευρά του Καρίνα. Πλησίασα επιφυλακτικά, λες και το γνώριμο αυτοκίνητο είχε αίφνης μεταμορφωθεί σε μυστηριώδες πλάσμα με απρόβλεπτες αντιδράσεις. Ένα ακόμη κλαψούρισμα ακούστηκε, όμως αυτή τη φορά δεν είχα αμφιβολία για το πού βρισκόταν η πηγή του. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπάει τόσο δυνατά που νόμιζα ότι θα μείνω στον τόπο. Έβαλα το κλειδί στο πορτ-μπαγκάζ, το έστριψα και πάτησα το κουμπί για ν’ ανοίξει. Καθώς το καπό τιναζόταν με δύναμη προς τα πάνω, οπισθοχώρησα με έναν πήδο, στα δυο μέτρα απόσταση. Ακουμπώντας τα βαριά του πέλματα στην βάση του πορτ-μπαγκάζ, ο μολοσσός γλίστρησε έξω από το αυτοκίνητο με δυσκολία, αφήνοντας ένα γρύλισμα που περιλάμβανε παράπονο και χαρά μαζί. Έκανε μερικά αβέβαια βήματα, σαν να μην μπορούσε ακόμη να βρει την ισορροπία του, κι έπειτα άρχισε να σιγοτρέχει ατσούμπαλα προς την άλλη άκρη του μικρού οροπεδίου. Τα τεράστια πόδια του δεν κατάφερναν να συντονιστούν, κάθε τόσο κάποιο από αυτά λύγιζε κάνοντάς τον να χάνει την ισορροπία του. Ήταν το μεγαλύτερο σκυλί που είχα δει στη ζωή μου. Η εικόνα του ογκώδους μα ταυτόχρονα λυγερόκορμου πλάσματος να τρέχει με χαλαρό ρυθμό μέσα στη φύση, κι ενώ σιγά σιγά έμοιαζε να βρίσκει την αρμονία και τη χάρη των κινήσεών του μετά από τόσες ώρες αναισθησίας, είχε μια παραμυθένια ομορφιά. Ο ήλιος χώριζε το οροπέδιο στα δύο – καθώς το ζώο έτρεχε περνούσε κάθε τόσο μια από τη φωτεινή και μια από τη σκοτεινή πλευρά, λες κι έπαιζε. Κι αφού διέγραψε μερικούς ελλειπτικούς κύκλους, έκανε έναν τελευταίο καλπασμό και στάθηκε λαχανιασμένο μπροστά μου, με την ουρά του να βουρδουλίζει τον αέρα, με την παχιά γλώσσα του να κρέμεται στο πλάι, κλαψουρίζοντας. Κάθε τόσο, μύριζε το έδαφος, έκανε δυο μικρούς κύκλους γύρω από τον εαυτό του, και πάλι στεκόταν απέναντί μου, βγάζοντας ήχους κάπως παράταιρους για το μέγεθός του. Πεινούσε. Πλησίασα στο ανοιχτό πορτ-μπαγκάζ και κοίταξα μέσα του. Ήταν εντελώς άδειο. Άνοιξα την πίσω πόρτα και έλεγξα μπροστά από τα καθίσματα. Πράγματι: κάποιος είχε φανταστεί ότι ίσως ερχόταν αυτή η στιγμή, κι είχε αφήσει εκεί δυο μεγάλες κονσέρβες σκυλοτροφής.

Τις άνοιξα και τις ακούμπησα μπροστά του. Στη θέα ενός πεινασμένου σκύλου που του έχεις προσφέρει φαγητό και το ευχαριστιέται με την ψυχή του εξακολουθούσαν να με κατακλύζουν κύματα συγκίνησης. Ο συγκεκριμένος σκύλος, αρχοντικό δείγμα του είδους, μεγέθυνε τα συναισθήματα. Κοίταξα προσεκτικά την περιοχή γύρω από το κεφάλι και τον λαιμό του, μήπως και εντοπίσω το ίχνος κάποιου χτυπήματος ή ουλής, αλλά τίποτε σοβαρό δεν μπορούσα να διακρίνω στο σώμα του θαυμαστού ζώου. Αντίθετα, στο φως της ημέρας οι κόκκινες κηλίδες γύρω από το λευκό τρίχωμα, το πιτσιλισμένο από μαύρες βούλες, είχαν ξεθωριάσει και θύμιζαν πολύ λιγότερο αίμα απ’ ό,τι μες τη νύχτα. Όσο ξαφνιασμένος, απορημένος, τρομαγμένος κι αν ήμουν, το γεγονός ότι το σκυλί ήταν ζωντανό με γέμιζε χαρά λες και το είχα σώσει εγώ ο ίδιος από του χάρου τα δόντια.

 Θυμήθηκα και πάλι τον Ισίδωρο. Έβγαλα το κινητό μου, το ενεργοποίησα και κάλεσα το νούμερό του. Δεν έπιανε. Ή το είχε κλειστό. Περίμενα να τελειώσει ο σκύλος το φαγητό του, πήρα και πάλι το αυτοκίνητο και οδήγησα μέχρι το καταφύγιο. Ο μολοσσός ακολούθησε τρέχοντας δεξιά κι αριστερά.

Μπήκα στο εσωτερικό με την ελπίδα να τον βρω στη μεγάλη σάλα, ή έστω κάποιο σημάδι της παρουσίας του. Δεν είχε αλλάξει τίποτε από τη στιγμή που ξύπνησα. Έβαλα το μπουκάλι με το ρούμι σε μια σακούλα, τακτοποίησα λίγο κι ήπια ένα ακόμη ποτήρι παγωμένο νερό. Αναρωτιόμουν τι έπρεπε να κάνω. Να καλούσα για βοήθεια; Ο Ισίδωρος δεν θα μου συγχωρούσε ποτέ την ταπείνωση στην οποία θα τον υπέβαλα. Να τον αναζητούν στον ίδιο του το βουνό. Κι αν, από την άλλη, είχε πάθει κάτι; Μετά από πόση ώρα θα έπρεπε να δράσω; Ίσως το καλύτερο θα ήταν να πάω στο πλησιέστερο φυλάκιο της πυροσβεστικής και να το συζητήσω μαζί τους. Πιθανότατα θα τον γνώριζαν, κι ίσως με καθησύχαζαν. Εκείνοι, βέβαια, δεν ήξεραν τίποτε για την προηγούμενη νύχτα, κι άρα ο εφησυχασμός ίσως να μην ήταν αυτό που μας χρειαζόταν εκείνη τη στιγμή. Πανάθεμά σε, Ισίδωρε!

Βγήκα έξω με φόρα, έριξα το μπουκάλι στο αυτοκίνητο κι αναζήτησα με το βλέμμα τον σκύλο. Δεν τον είδα. Προχώρησα δυο βήματα προς το οροπέδιο, ώστε να έχω ορατότητα σε όλο το εύρος του. Πουθενά ο σκύλος. Τότε, από τα αριστερά μου, από τη μεριά της καθοδικής πλαγιάς, άκουσα ένα βαθύ γάβγισμα, κι έπειτα άλλο ένα. Κι αμέσως μετά, είδα τον μολοσσό να πλησιάζει, ελέγχοντας κάθε τόσο με μικρές στάσεις προς τα πίσω του. Έτρεξα προς το μέρος του σκύλου και τότε διέκρινα τον Ισίδωρο να προβάλει μέσα από τα έλατα με αργά κουρασμένα βήματα. Τα ρούχα του ήταν βρώμικα, λες κι είχε συρθεί στο έδαφος∙ το μπουφάν του είχε σε κάποια σημεία σκιστεί, το σακίδιό του έλειπε, ενώ στα πυκνά μαλλιά του ήταν κολλημένα φύλλα κι αγκάθια. Αλλά το χειρότερο ήταν το πρόσωπό του: λες και μέσα σε λίγες ώρες είχε περάσει από πάνω του ολόκληρη δεκαετία∙ έδειχνε καταβεβλημένος, πρόωρα γερασμένος. Τα μάτια του είχαν στενέψει από την ξαφνική έξοδο στο φως –ποιος ξέρει αν είχε κοιμηθεί όλο το βράδυ−, σκοτεινές χαραμάδες στο κέντρο μιας μάσκας.

Πέρασε από δίπλα μου δίχως να με κοιτάξει και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο. Έξω από το Καρίνα κοντοστάθηκε. Ο μολοσσός έκανε μια μεγάλη έλλειψη με γρήγορο διασκελισμό και πήγε και στάθηκε δίπλα του. Εκείνος, άπλωσε το χέρι και τον άγγιξε ελαφρά στο κεφάλι, σαν παππούς που χαϊδεύει το άτακτο εγγόνι. Άνοιξε την πόρτα, κάθισε στη θέση του συνοδηγού και την ξανάκλεισε. Πλησίασα κι εγώ, άνοιξα την πίσω πόρτα και σφύριξα στον μολοσσό. Εκείνος, λες κι όλη μας τη ζωή δεν κάναμε άλλο πράγμα, έδωσε μια και βολεύτηκε στο κάθισμα, καλύπτοντάς το ολόκληρο με το μακρύ κορμί του. Κάθισα στη θέση του οδηγού, έβαλα μπροστά και πήρα τον κατήφορο. Ό,τι κι αν είχε συμβεί αυτή τη νύχτα, δεν ήταν η στιγμή για να το συζητήσουμε.

Είχε πια ξημερώσει για τα καλά, αλλά ο ήλιος παρέμενε κρυμμένος πίσω από πυκνή νέφωση. Στο φως της μέρας, έβλεπα και πάλι καθαρά το μέγεθος της καταστροφής που είχε αφήσει πίσω της η μεγάλη πυρκαγιά. Διέκρινα όμως και τη βλάστηση που είχε αρχίσει να ξεπηδάει μέσα από τα καμένα. Ο παλιός δρυμός δεν θα ξαναγινόταν ίσως ποτέ ο ίδιος, αλλά η ζωή ξανάβρισκε κάποιο δρόμο – πέρα και πάνω από τις όποιες ιδέες μας γι’ αυτήν.

Καθώς κατεβαίναμε από το βουνό, η Αττική εμφανίστηκε μπροστά μας σαν μέσα από λευκό πέπλο∙ χιονόνερο ράντιζε το παρμπρίζ. Δίπλα μου, ο Ισίδωρος είχε τα μάτια κλειστά. Ίσως κοιμόταν, ίσως σκεφτόταν, ίσως απλώς απέφευγε την κουβέντα. Το πρόσωπό του ήταν ακίνητο, σαν μαρμαρωμένο, με δυσκολία θα έλεγες ότι ανέπνεε.

Κάτω από το σπίτι μου, τον σκούντηξα.

− Εγώ είμαι εδώ, φίλε, είπα και έκανα να κατέβω.

Άνοιξε τα μάτια του, στράφηκε και με κοίταξε.

− Μπορείς; πρόσθεσα.

Κούνησε καταφατικά το κεφάλι του. Κατέβηκε, έκανε τον κύκλο του αυτοκινήτου, μπήκε και κάθισε στη θέση του οδηγού. Στο πίσω κάθισμα, ο μολοσσός άνοιξε για λίγο το ένα του μάτι, κι αμέσως το έκλεισε κι αφέθηκε ξανά στον σκυλίσιο ύπνο του. Με όσα είχαν συμβεί, δεν μπόρεσα παρά να δω σε αυτό το ανοιγοκλείσιμο του ματιού το σήμα μιας αρσενικής συντροφικότητας. Ο Μεγάλος Δανός κι εγώ είχαμε πλέον παρελθόν, είχαμε μοιραστεί ένα παράξενο όσο και μοναδικό πρωινό.

Πάνε τώρα έξι μήνες από εκείνη τη νύχτα του Φλεβάρη. Του έστειλα ένα γραπτό μήνυμα, αλλά δεν πήρα απάντηση. Αποφάσισα να μην επιμείνω. Ίσως οι δρόμοι μας ξανασυναντηθούν αργότερα. Αυτά τα πράγματα δεν τα εκβιάζεις. Μια στις τόσες, πάντως, άμα επιστρέφω από Καλλιθέα κι είμαι μόνος, κάνω μια βόλτα απέναντι με το αυτοκίνητο και παίρνω τον δρόμο που περνάει μπροστά από το φυτώριο. Τα φυτά έχουν λιγοστέψει στον χώρο έκθεσης, κατ’ εικόνα της πελατείας, φαντάζομαι. Μια στις τόσες τον βλέπω. Έχει αφήσει μούσι και μοιάζει ακόμη πιο αδύνατος. Μια φορά, πριν από κάνα μήνα, είχα μιαν απρόσμενη συνάντηση. Είδα τον μολοσσό μας, να σουλατσάρει περήφανος στην πλατεία της Νέας Σμύρνης. Το μέγεθός του, μέσα στον πολιτισμό, μου φάνηκε ακόμη πιο επιβλητικό από τότε στο βουνό. Πίσω του βάδιζε, κρατώντας τον από μια χοντρή αλυσίδα, μια χαριτωμένη μικρόσωμη κοπέλα που φορούσε γκρι φόρμα και πορτοκαλί αθλητικά παπούτσια. Ήταν μάλλον η ώρα της απογευματινής βόλτας. Διπλοπάρκαρα όπως όπως και έτρεξα δίπλα της. Το σκυλί, αν και απίθανο να με αναγνώρισε, ήρθε προς το μέρος μου κουνώντας την ουρά του που σχεδόν έξυνε το πρόσωπο της κοπέλας.

− Πώς τον λένε; είπα.

Κάρφωσε πάνω μου τα χαμογελαστά της μάτια. Με τέτοιο σκύλο, θα ήταν συνηθισμένη στους εξυπνάκηδες.

− Τον λένε Μπεν.

Η φωνή της ήταν μελωδική και χαρούμενη.

− Μπεν; είπα, αλλά η φωνή μου βγήκε κάπως στραβά, σαν να πνίγηκα.

Την κοίταξα ξαφνιασμένος. Μου ήταν αδύνατον να υπολογίσω την ηλικία της. Θα μπορούσε να είναι από είκοσι πέντε έως και τριάντα πέντε.

− Μπεν; επανέλαβα, στεντόρεια. Από πού βγαίνει; Από το Μπέντζαμιν;

− Σκέτο Μπεν, είπε.

Με κοίταξε με βλέμμα αίφνης παραξενεμένο, σαν να με ζύγιζε.

− Είσαι ο δεύτερος άνθρωπος που μου το λέει.

Προτίμησα να μην ρωτήσω ποιος ήταν ο πρώτος.

− Καλό σκυλί, είπα και έφυγα προς το αυτοκίνητο. Να το πηγαίνεις στο βουνό, φώναξα. Τους αρέσει πολύ.

Κάποιες νύχτες, όταν δεν με κολλάει ύπνος, αφήνω την αγωνία του σκοταδιού να με κυριεύσει και προσπαθώ να μπω στο πετσί του· να καταλάβω τι μπορεί να είδε και να ένιωσε εκείνη τη νύχτα. Ό,τι κι αν ήταν αυτό, είμαι βέβαιος ότι λίγο πριν από τον ύπνο είναι η κατάλληλη στιγμή για να το πλησιάσεις. Φαντάζομαι τον εαυτό μου, κατάμονο, μέσα στο πυκνό δάσος· Φλεβάρη μήνα, να σέρνομαι πάνω στα υγρά φύλλα. Γύρω μου, το σκοτάδι είναι τόσο βαθύ που όσο κι αν το μάτι συνηθίζει δεν διακρίνω παρά μόνο περιγράμματα και σκιές. Ο κόσμος φτάνει σε μένα μέσα από τις άλλες αισθήσεις μου, την όσφρηση, την ακοή, την αφή. Κλαδιά σκίζουν τα μάγουλά μου, οι αγκώνες μου ματώνουν καθώς μπουσουλάω στο πετρώδες έδαφος. Νιώθω την υγρασία να με πιρουνιάζει, τα μέλη μου να παγώνουν: πρέπει να κινηθώ, να παραμείνω ζεστός. Ένα νυχτοπούλι κρώζει, κάτι σέρνεται λίγα μέτρα μακριά μου. Ακολουθεί μικρή αναμπουμπούλα, ένα απότομο σούρσιμο και ύστερα πάλι ησυχία. Δυο κίτρινα μάτια με καρφώνουν μες στο σκοτάδι, δυο μέτρα, είκοσι, μου είναι αδύνατον να υπολογίσω την απόσταση. Κάτι άγριο συμβαίνει εδώ, κάτι που δεν με χωράει και στο οποίο δεν χωράω. Ίσως κάποιο κυνήγι τελείωσε.

Ανοίγω τα μάτια. Δεν μπορώ να δω παρακάτω. Έχω μικρές παραλλαγές, αλλά παρακάτω δεν καταφέρνω να πάω. Κάποια στιγμή, κι ενώ σκέφτομαι ακριβώς αυτή την αδυναμία μου, με κερδίζει ο ύπνος.

Τι πραγματικά είχε συμβεί; Ίσως δεν μάθω ποτέ. Ίσως κι εκείνος να μην ξέρει.

Όταν της διηγήθηκα αναλυτικά τα περιστατικά, η Ιωάννα έκανε δυο μέρες να μου μιλήσει. Την τρίτη ήρθε και μου είπε τη δική της εκδοχή. Ο Ισίδωρος ήθελε να βάλει τέλος στη ζωή του, να επαναλάβει την πράξη του πατέρα του. Τα παιδιά αυτοχείρων, λένε οι στατιστικές, έχουν πολλές πιθανότητες να αυτοκτονήσουν. Μόνο που όταν ήρθε αντιμέτωπος με τον Μεγάλο Φόβο (τη γυμνή πραγματικότητα, είπε κατά λέξη η Ιωάννα), έκανε πίσω. Ξύπνησε από τη μέθη του μεγαλείου και είδε τα πράγματα έτσι όπως πραγματικά ήταν. Ίσως, πρόσθεσε η Ιωάννα, αυτή η περιπέτεια να αποδειχτεί ευεργετική για εκείνον.

− Και ο μολοσσός; ρώτησα. Πώς γίνεται ένα σκύλος να είναι νεκρός τα μεσάνυχτα και περδίκι το πρωί;

− Και πού ξέρεις ότι ήταν νεκρός; Τον εξέτασες;

– Τον είδα.

– Οκ, εδώ τελειώνει για μένα η συζήτηση. Ό,τι σου λέει η λογική σου.

Τι μου έλεγε η λογική μου; Δεν ξέρω. Αλλά ό,τι κι αν ήταν αυτό που έζησε ο Ισίδωρος εκείνο το βράδυ, ό,τι κι αν συνέβη, δεν μας άφησε ανέγγιχτους. Κάτι μέσα μου μετακινείται έκτοτε διαρκώς, βρίσκει τη θέση του. Δεν αναρωτιέμαι πια. Όταν κάθομαι και τις κοιτάζω, την Ιωάννα με τη μικρή στην αγκαλιά της, συνδεδεμένη με τον «φορτιστή» της, τα μάτια κλειστά και τα δάχτυλά της να ζουλούν τη σάρκα στο στήθος και κάτω από τον λαιμό, τις ανάσες τους να συντονίζονται, ξέρω ότι βρίσκομαι ακριβώς εκεί που θα έπρεπε να βρίσκομαι· ξέρω ότι για μένα αυτό είναι το σωστό μέρος. Καμιά φορά παρασύρομαι, κι αφήνομαι, και νιώθω αυτό το αίσθημα πληρότητας να με κατακλύζει, να υπερχειλίζει και να διαχέεται παντού· να γλιστράει από τα σφαλισμένα παράθυρα στον πικρό αέρα της πόλης μας κι ακόμη παραπέρα, να καλύπτει τον πλανήτη σαν δεύτερη ατμόσφαιρα. Και σκέφτομαι πως ίσως να μην ήθελε πολύ, ίσως να αρκούσαν μια δράκα ψυχές καλά συγκερασμένες, κι ο κόσμος θα μπορούσε να μας αποκαλυφθεί έτσι όπως τον λαχταρούσε ο Ισίδωρος: ένα συνεκτικό σύμπαν λουσμένο στο νόημα, όπως στους επικούς μύθους και στα παραμύθια· ένας κόσμος που θα πλημμύριζε από αγάπη, κι η αγάπη θα κυκλοφορούσε σαν το αίμα ανάμεσα στα ζωντανά πλάσματα, ζώα και φυτά, έτσι που και η ελάχιστη αμυχή, ακόμη και στον φλοιό ενός ασήμαντου δέντρου, να σκορπούσε γύρω της δονήσεις γλυκύτητας και συμπόνιας σαν κι αυτές που είχε νιώσει εκείνος όταν κάποτε στάθηκε, ακίνητος και βουβός, δίπλα στα ελάφια της Πάρνηθας.


ã 2015, Κώστας Κατσουλάρης και εκδóσεις ΠΟΛΙΣ

    arrow2right arrow2right Stories that go together :

    If you enjoyed this story, here are few more we think are an excellent pairing

    The Short Story Project © | Ilamor LTD 2017

    Lovingly crafted by Oddity&Rfesty